«Ν.Τ.Π.»: παλιός και νέος φασισμός
Πριν από έναν αιώνα η οικονομική και πολιτική κρίση που είχε δημιουργηθεί από τον 1ο παγκόσμιο πόλεμου και το οικονομικό κραχ που ακολούθησε επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με την επιβολή δικτατορικών καθεστώτων που βασίστηκαν στη φασιστική ιδεολογία η οποία είχε αναπτυχτεί ως αντίδραση στην κομμουνιστική. Σήμερα τα αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν από τις κρίσεις του 2009 και του 2012 και η ανάγκη για αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης που, όπως έδειξε και η ιστορία με τα κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία, δεν θα είναι τόσο εύκολο να αντιμετωπιστεί μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος οικονομικού συστήματος, ώθησε τις κυβερνήσεις στην επιβολή της δικτατορίας του κορονοιού και μιας παρόμοιας ιδεολογίας που ονομάστηκε από κάποιους «Νέα Τάξη Πραγμάτων» (ΝΤΠ) [1].
Φαίνεται λοιπόν ότι η ιστορία για μια ακόμα φορά επαναλαμβάνεται– όπως όμως είχε παρατηρήσει κάποτε ο Μαρξ, παραφράζοντας τον Χέγκελ, αυτό που στην ιστορία εμφανίζεται την πρώτη φορά ως τραγωδία επαναλαμβάνεται ως φάρσα.
Στο κείμενο αυτό θα εξεταστούν οι ομοιότητες της ΝΤΠ με τα καθεστώτα του μεσοπολέμου που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό νέος φασισμός, οι αλλαγές που έγιναν στον κόσμο αυτό κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα και επέβαλαν τη μετάλλαξή του, και τέλος οι διαφορές αυτές στη μορφή του που τον κάνουν να φαίνεται σε σύγκριση σαν μια φάρσα - που όμως δεν είναι καθόλου λιγότερο επικίνδυνη (το ακριβώς αντίθετο ίσως).

Τι είναι ο φασισμός
Ως φασισμός ορίζεται το είδος της δικτατορίας που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου στην Ευρώπη. Κατ’ επέκταση φασιστικά χαρακτηρίστηκαν και καθεστώτα μετά τον πόλεμο (στη Χιλή ή την Αργεντινή λ.χ.) που είχαν πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Ο φασισμός είναι μία δικτατορία, ο δραστικός περιορισμός των ελευθεριών δηλαδή, αλλά κάθε δικτατορία δεν είναι φασιστική [2]. Το κύριο γνώρισμα του φασισμού, η ειδοποιός διαφορά του από τις άλλες ιδεολογίες, είναι η ύπαρξη ενός «άλλου» που αποτελεί αντικείμενο μίσους και φόβου [3]. Ο «άλλος» αυτός δρα καταλυτικά για την κατ’ αντιδιαστολή δημιουργία μιας φαντασιακής ενότητας της πλειονότητας των υπολοίπων, κάτω από την ηγεσία κάποιου κόμματος και κάποιου δημοφιλή ηγέτη-σωτήρα που θα ενσαρκώσει αυτή τη φαντασιακή ενότητα εξασφαλίζοντας την επιτυχή αντιμετώπιση του κινδύνου που προέρχεται από τον «άλλο»-πηγή του κακού (ein Volk, ein Reich, ein Führer – ένας λαός, ένα κράτος, ένας ηγέτης).
Αυτός ο «άλλος» στην περίπτωση του φασισμού του μεσοπολέμου ήταν φυσικά ο κομμουνιστής. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως στη Γερμανία, οι Εβραίοι ή άλλοι θεωρούμενοι αλλόφυλοι παίζουν συμπληρωματικά αυτό το ρόλο (εβραιοκομμουνισμός). Στην περίπτωση της ΝΤΠ το ρόλο αυτό παίζει ο ανεμβολίαστος στον κορονοιό. Η δικτατορία του κορονοιού φροντίζει όχι μόνο να καταργήσει κάθε είδους ιατρικό απόρρητο και προσωπικό δεδομένο στην περίπτωση αυτή, αλλά και να επιβάλλει την ευρεία χρήση εγγράφων που να το πιστοποιούν, ώστε να είναι αμέσως εμφανής ο μισητός και επίφοβος αυτός ανεμβολίαστος «άλλος» [4].
Τα ψυχολογικά τεχνάσματα που βοήθησαν το φασισμό σε αυτή τη νάρκωση κάθε κριτικής σκέψης, ώστε να μετατραπεί το μαζικοποιημένο άτομο σε πειθαρχημένο μέλος μιας αγέλης που μπορεί ο ηγέτης και το κόμμα του να ποδηγετεί έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον ψυχαναλυτών [5] και ενέπνευσαν το γνωστό βιβλίο του G. Orwell «1984» που αναφέρεται σε μια εφιαλτική κοινωνία του μέλλοντος. Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις η στέρηση της ανθρώπινης επαφής και της διασκέδασης γενικότερα (στην περίπτωση της δικτατορίας του κορονοιού διώξεις για «κορονοπάρτυ», μουσική, διασκέδαση κλπ) συμβάλλει στην προσήλωση στο αγώνα που έχει θέσει η ηγεσία, την οποία ακολουθούν με τυφλή πίστη οι οπαδοί-θύματα της δικτατορίας.
Μέρος αυτής της εμπέδωσης της φαντασιακής ενότητας αποτελούν χαιρετισμοί, σύμβολα και στολές και ενδυμασίες. Κάτι τέτοιο, στην περίπτωση της ΝΤΠ, είναι και η μάσκα που επιβλήθηκε καθολικά, ακόμα και σε περιπτώσεις που προφανώς και πανθομολογουμένως δεν είναι δυνατόν να έχει ιατρικό αποτέλεσμα. Ακόμα και στις υπόλοιπες περιπτώσεις όμως, για να έχει η μάσκα θετικό για τη διάδοση αποτέλεσμα, θα πρέπει η χρήση της να γίνεται με σωστό τρόπο. Αυτό ουσιαστικά στην πράξη δεν συμβαίνει ποτέ, πράγμα που επίσης πιστοποιεί την αποκλειστικά συμβολική και ιδεολογική σκοπιμότητά της χρήσης της [6]. Το ίδιο ισχύει και για τους ανόητους χαιρετισμούς με γροθιές και αγκωνιές που προσπάθησε χωρίς μεγάλη επιτυχία να επιβάλλει η δικτατορία για να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή χειραψία που έθεσε εκτός νόμου [7].

Οι αλλαγές του τελευταίου αιώνα
Πρώτα απ’ όλα ζούμε σήμερα ζούμε σε έναν πολύ πλουσιότερο κόσμο. Πριν από έναν αιώνα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού υποσιτίζονταν, ακόμα και σε ανεπτυγμένες χώρες. Σήμερα αυτοί που πεθαίνουν από το πολύ φαγητό είναι περισσότεροι από αυτούς που πεθαίνουν από το λίγο (υπολογίζεται τα μισά τρόφιμα πάνε στα σκουπίδια χωρίς να φαγωθούν). Ταυτόχρονα όμως οι ανισότητες έχουν αρχίσει να αυξάνονται μετά τη δεκαετία του 70. Η αυτοματοποίηση, που επέτρεψε αυτή τη συσσώρευση πλούτου, έχει καταστήσει την πλήρη απασχόληση στο μέλλον αδύνατη. Ο σημαντικότερος περιοριστικός παράγοντας στην διαρκή οικονομική μεγέθυνση που επιβάλλει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν είναι πλέον ούτε η έλλειψη εργατικού δυναμικού, ούτε η έλλειψη κεφαλαίων (τα κεφάλαια που λιμνάζουν ανεκμετάλλευτα έχουν οδηγήσει τα επιτόκια σε αρνητικά επίπεδα), αλλά τα όρια που επιβάλλει η αποφυγή της περιβαλλοντικής καταστροφής.
Έτσι δίπλα στη μεσαία τάξη των εργαζομένων, που είναι πλέον μορφωμένοι και διαρκώς υψηλότερης εξειδίκευσης, και στο με την μαρξική έννοια προλεταριάτο (αυτούς δηλαδή που αναγκάζονται να πουλήσουν όσο όσο την εργατική τους δύναμη γιατί δεν έχουν καμία περιουσία), που αποτελείται όλο και περισσότερο από λαθροποιημένους αλλοδαπούς, ώστε να μην μπορούν να αποτελέσουν απειλή για το καθεστώς, αναδύεται μια τάξη «μη απασχολήσιμων» (πρεκαριάτο) που ζει με επιδόματα [8] και απασχολείται μόνο περιστασιακά σε δουλειές του ποδαριού. Η τάξη αυτή, που αναμένεται στο μέλλον να αυξάνεται ποσοστιαία, όσο επεκτείνεται η ρομποτοποίηση, αποτελείται από ανθρώπους αποκλεισμένους από την παραγωγή και άρα άχρηστους για τις ελίτ (σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες) γιατί τις επιβαρύνουν οικονομικά. Επιπλέον, έχοντας ελεύθερο χρόνο και όντας αποκλεισμένοι από τα περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, αποτελούν δυνητικό κίνδυνο κοινωνικών αναταραχών, και επομένως είναι αναγκαία η πειθάρχηση τους (αν όχι και η φυσική εξολόθρευσή τους), ώστε να θεωρήσουν φυσιολογικό αυτό τον τρόπο ζωής τους.
Δεύτερον, ζούμε σε έναν πολύ πιο παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Το διεθνές εμπόριο σε απόλυτο μέγεθος και σε ποσοστό του παραγόμενου προϊόντος έχει αυξηθεί σημαντικά τον τελευταίο αιώνα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας απαιτεί εισροές από ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του πλανήτη. Οι διεθνείς οργανισμοί και οι διεθνείς ΜΚΟ έχουν πολλαπλασιαστεί. Αυτό δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των κρατών αλλά και μεγαλύτερη ταχύτητα μετάδοσης όχι μόνο των πληροφοριών αλλά και συνηθειών και τρόπου ζωής.
Τρίτον, ζούμε πλέον σε έναν κόσμο όπου η παρουσία των πυρηνικών όπλων (αλλά και οι συνέπειες των παραπάνω αλλαγών) καθιστά ένα γενικευμένο πόλεμο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, όπως αυτούς του περασμένου αιώνα, αδύνατον να συμβεί, γιατί θα προκαλέσει την καταστροφή του νικητή εξίσου με αυτή του ηττημένου. Έτσι οι πόλεμοι που διεξάγονται σήμερα είναι περιφερειακοί μέσω τρίτων κρατών και ανταγωνισμοί οικονομικής φύσεως.
Τέταρτον ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο διαφανή. Οι πανταχού παρούσες κάμερες, τα κινητά τηλέφωνα (που ονομαστικοποιήθηκαν το 2010, ώστε να μπορούν να παρακολουθούνται ευκολότερα), η τεχνολογία του DNA, η ολοένα μεγαλύτερη ψηφιοποίηση [9] και, στο σύντομο μέλλον, και η τεχνολογία του 5G έχουν καταστήσει το χαφιεδισμό των παραδοσιακών υπηρεσιών ασφαλείας παρωχημένο. Οι πληροφορίες που μπορούν σήμερα να συλλέξουν οι αρχές εκ των υστέρων για οποιοδήποτε άτομο είναι περισσότερες από αυτές που θα μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους πριν από 100 χρόνια αν το είχαν θέσει εκ των προτέρων υπό παρακολούθηση. Ο κατακλυσμός των πληροφοριών και το «υπερόπλο», από προπαγανδιστική άποψη, της τηλεόρασης επιτρέπουν τον έλεγχο της ροής της πληροφορίας χωρίς άμεση λογοκρισία, γιατί οποιαδήποτε ανεξάρτητη φωνή καταπνίγεται από τον όγκο των πληροφοριών των κατευθυνόμενων μέσων ενημέρωσης [14]. Οι τεχνικές κοινωνικού ελέγχου έχουν εξελιχθεί τον τελευταίο αιώνα, ώστε να μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικότερες χωρίς να ενοχλούν και να γίνονται άμεσα αντιληπτές.
Τέλος ζούμε στην εποχή της χρεωκοπίας των ιδεολογιών. Ο φασισμός, μετά από τα δεινά που προκάλεσε, έχει τελείως απαξιωθεί, ο κομμουνισμός τοποθετεί πλέον την έλευση της ιδανικής κοινωνίας σε ένα μέλλον τόσο απομακρυσμένο, όσο και η δευτέρα παρουσία των χριστιανών, η δικτατορία του κορονοιού ανέδειξε την υποκρισία όλων αυτών που παρουσιάζονται ως φιλελεύθεροι και η θρησκεία έχει λιγότερους πιστούς από ποτέ. Αυτό έχει οδηγήσει και στην απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών γενικότερα, που εμφανίζονται σε δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης να εμπνέουν σταθερά λιγότερη εμπιστοσύνη από οποιονδήποτε άλλο θεσμό, οσοδήποτε δυσλειτουργικός και αν είναι. Οι χαρισματικοί ηγέτες σήμερα είναι ελάχιστοι και ακόμα και αυτοί (λ.χ. Trump στις ΗΠΑ ή AMLO στο Μεξικό) δεν έχουν συνεκτική ιδεολογία και μαζικό προσωποπαγές κόμμα που να τους υποστηρίζει. Η απαξίωση της πολιτικής έχει ως άμεση συνέπεια και την απαξίωση των εκλογικών διαδικασιών και τη μετατροπή τους σε μια φάρσα που διευκολύνει το καθεστώς να εμφανίζεται ως δημοκρατικό [10].

Ο σημερινός φασισμός
Η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο νέο και τον παλιό φασισμό, από όπου προκύπτουν και όλες οι άλλες διαφορές στη μορφή του, είναι ότι ο σημερινός φασισμός, ο φασισμός του 21ου αιώνα, είναι υγειονομικός και όχι μιλιταριστικός. Το είδος των πολέμων που γίνονται σήμερα (από τις πλουσιότερες χώρες τουλάχιστον) και οι εχθροί που αντιμετωπίζουν δεν μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση του υπαρξιακού κινδύνου που προκαλούσαν πριν από έναν αιώνα, ώστε να λειτουργήσει η φασιστική συνταγή. Η ολοένα και μεγαλύτερη εκμηχάνιση του πεδίου της μάχης, έχει αφαιρέσει από την πολεμική δραστηριότητα τη γοητεία της και τη σημασία που είχε η γενναιότητα. Ο πόλεμος του Βιετνάμ προκάλεσε το φιλειρηνικό κίνημα που οδήγησε στην κατάργηση της υποχρεωτικής στράτευσης. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν, στη Συρία, στη Βόρεια Αφρική και η ανάμιξη σε άλλες περιφερειακές συγκρούσεις είναι τόσο αντιδημοφιλείς που έχουν κάνει τις κυβερνήσεις διστακτικές στο να επεμβαίνουν για τη διασφάλιση των συμφερόντων που υποστηρίζουν. Αντιθέτως η ευμάρεια του τελευταίου αιώνα εξάλειψε, στις πλούσιες χώρες και σε ολοένα περισσότερες από τις υπόλοιπες, τον κίνδυνο από τις ασθένειες που συνδέονται με τη φτώχεια και τις κακουχίες (ελονοσία, φυματίωση, χολέρα κλπ), και έκανε τον κίνδυνο από ιώσεις να φαίνεται ως η μεγαλύτερη απειλή σε ένα ολοένα και πιο γηρασμένο πληθυσμό. Η ιατρική βία άλλωστε είναι πιο εύκολα αποδεκτή από τη μιλιταριστική [11].
Ο κίνδυνος για τον παλιό φασισμό ήταν ο κομμουνισμός που απειλούσε (υποτίθεται) τον τρόπο ζωής αυτής της φαντασιακής ενότητας («πατρίς, θρησκεία, οικογένεια») και ο εκφυλισμένος φορέας του, ο κομμουνιστής που θέτει σε κίνδυνο αυτό τον τρόπο ζωής και την εκπλήρωση των (μιλιταριστικών, συνήθως) σκοπών της, όπως εκφράζονταν από τον ηγέτη. Ο κίνδυνος δηλαδή ήταν κατά κύριο λόγο ιδεολογικός και ηθικός. Δευτερευόντως, ο κίνδυνος αυτός μπορεί και να σωματοποιείται στο πρόσωπο του Εβραίου, του μαύρου ή κάποιου από άλλη «φυλή» που φτάνει σε σημείο να θέσει σε κίνδυνο ακόμα και τη βιολογική υπόσταση της φαντασιακής ενότητας, την οποία ο φασισμός διακηρύσσει οτι προστατεύει. Στην περίπτωση της ΝΤΠ ο κίνδυνος είναι αντιθέτως πρωτίστως υλικός και σωματικός και προέρχεται από τα σώματά μας που είναι δυνητικοί φορείς του φονικού ιού. Ο ανεμβολίαστος είναι ο εχθρός που θέτει σε κίνδυνο τους σωτήριους υγειονομικούς σκοπούς που θέτει η ηγεσία [12]. Δευτερευόντως ο κίνδυνος είναι και ηθικοιδεολογικός από τους «αρνητές», «ψεκασμένους» κλπ (όροι που έχουν ανάλογη σημειολογική αξία με τους όρους «κομμούνι», «αναρχοκομουνιστής», «πονηρός Εβραίος» κλπ σε κάποιο φασιστικό εννοιολογικό πλαίσιο) που καταργούν την «επιστήμη», είναι εγωιστές γιατί επωφελούνται από την ανοσία των άλλων, παρασύρουν και άλλους κλπ
Αν και ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν εθνικιστικός, τα φασιστικά καθεστώτα συνεργάστηκαν και βοήθησαν το ένα το άλλο (η περίπτωση της επίθεσης στην Ελλάδα ήταν η εξαίρεση). Ο σημερινός υγειονομικός φασισμός είναι παγκοσμιοποιητικός από τη φύση του. Παρόλα αυτά υπάρχουν ακόμα σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα (η Σουηδία λ.χ. κατάφερε μέχρι τώρα να έχει μια δικτατορία με πιο ανθρώπινο πρόσωπο – η Ελλάδα αντιθέτως ήταν από τις χειρότερες περιπτώσεις). Μια άλλη διαφορά είναι ότι στο σημερινό φασισμό της ΝΤΠ λείπει ο χαρισματικός ηγέτης του φασισμού του μεσοπολέμου, η ηγεσία του σήμερα είναι συστημική-γραφειοκρατική. Πολλοί πολιτικοί όμως κατάφεραν να αυξήσουν τη δημοτικότητά τους παριστάνοντας τους σωτήρες. Στην Ελλάδα τα καθεστωτικά μέσα προσπάθησαν να αγιοποιήσουν τον Τσιόδρα αλλά τελικά δεν τα κατάφεραν – η εποχή μας δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Έτσι, ελλείψει χαρισματικού ηγέτη, το ρόλο αυτό ανέλαβε γενικώς και ασαφώς «η επιστήμη» (παρόλο που οι περισσότεροι επιστήμονες, εκτός από αυτούς που είναι στρατευμένοι από τις φαρμακοεταιρείες και τις κυβερνήσεις, δεν υποστηρίζουν τις υγειονομικές υπερβολές της δικτατορίας [13]). Φυσικά τέτοιας ποιότητας «επιστήμη» είχε αναπτυχθεί και στη ναζιστική Γερμανία, με «επιστήμονες» με επαρκώς ελαστική συνείδηση, ώστε να υπηρετούν περισσότερο το καθεστώς παρά την επιστημονική αλήθεια, που μετρούσαν κρανία για να αποδείξουν τις φυλετικές απόψεις της φασιστικής εξουσίας.
Άμεση συνέπεια του υγειονομικού χαρακτήρα του σημερινού φασισμού είναι ότι η διαπλοκή του κρατικού μηχανισμού αναπτύσσεται με τις φαρμακοεταιρείες και όχι με τις εταιρείες όπλων, όπως συνέβαινε με τον μιλιταριστικό φασισμό. Και οι αλλαγές στα μέσα ενημέρωσης τον τελευταίο αιώνα, έκαναν περιττή τη λογοκρισία τους, γιατί είναι πλέον πλήρως ελεγχόμενα από το καθεστώς, το οποίο άλλωστε φανερά τα ενισχύει χρηματικά [14]. Έτσι η λογοκρισία κατευθύνθηκε προς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου μπορούν ευκολότερα να διακινούνται απόψεις και πληροφορίες που δεν εκφράζουν την καθεστωτική προπαγάνδα, και κυρίως προς τους γιατρούς που λόγω ειδικότητας θα υπονόμευαν την προσπάθεια της δικτατορίας να παρουσιαστεί ως «επιστημονική» αναγκαιότητα. Οι γιατροί ήταν επίσης οι πρώτοι που υπέστησαν υποχρεωτικούς εμβολιασμούς, ώστε κάθε σύσταση για αποφυγή των πειραματικών εμβολίων από μέρους τους να έχει μειωμένη αξιοπιστία.
Η άλλη μεγάλη διαφορά όμως, που κάνει τον σημερινό φασισμό να μοιάζει με φάρσα και καρικατούρα του παλιού, είναι ότι λείπει το ηρωικό στοιχείο. Η εικόνα που προέβαλε ο μιλιταριστικός φασισμός ήταν του υπεράνθρωπου και του γενναίου στρατιώτη, ενώ ο υγειονομικός φασισμός έχει ως πρότυπο τον κατάκοιτο του γηροκομείου, τον παππούλη και τη γιαγιάκα για τους οποίους «δακρύζει ο κ. Τσιόδρας». Ο πρώτος υποσχόταν (ψευδώς) ένα λαμπρό μέλλον (το 3ο Ράιχ, mare nostrum, ο 3ος Ελληνικός πολιτισμός, o estado novo – το νέος κράτος, στην Πορτογαλία κλπ), ο τωρινός απλώς μια (εξίσου ψευδή) επιστροφή στην «κανονικότητα». Ενώ ο κλασικός παλιός φασισμός προέρχεται από μία διεστραμμένη εκδοχή του ρομαντικού ιδεαλισμού ο νέος αυτός φασισμός αποτελεί τον πιο χυδαίο και βλακώδη υλισμό: να καταστρέψουμε τη ζωή μας για να ζήσουμε μερικούς ακόμα μήνες στο γηροκομείο. Αυτό βεβαίως συμβαδίζει και με το πνεύμα της εποχής. Πριν από έναν αιώνα οι επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής (ηλεκτρισμός, χημεία, φυσική σωματιδίων) είχαν δημιουργήσει στην ανθρωπότητα την ελπίδα για ένα μέλλον με υλικό πλούτο και χωρίς προβλήματα. Σήμερα, μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, το Τσερνόμπιλ και τη Φουκουσίμα και τους πάγους και τους παγετώνες που λιώνουν με όλο μεγαλύτερους ρυθμούς, οι ελπίδες αυτές έχουν αντικατασταθεί από τις ανησυχίες για την απειλή του πυρηνικού πολέμου, την κλιματική καταστροφή και την περιβαλλοντική κρίση. Και οι νέες ανακαλύψεις στη βιολογία κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο δυσοίωνη και φέρνουν τον τρόμο του Φρανκενστάιν πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Συμπεράσματα
Οι ομοιότητες επομένως αυτού που ζούμε με τον φασισμό είναι πολύ ουσιωδέστερες από τις διαφορές. Άλλωστε φασιστικά ονομάζονταν και καθεστώτα που δεν είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του μεσοπολέμου. Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος λ.χ. δεν κατάφερε ποτέ να γίνει δημοφιλής ούτε μπόρεσε να δημιουργήσει μαζικό κόμμα, ενώ ο Ιωαννίδης που τον ανέτρεψε (για αυτόν ακριβώς το λόγο) προτίμησε να παραμείνει αόρατος. Ένα πράγμα που προκαλεί σύγχυση είναι ότι ο παλιός φασισμός του μεσοπολέμου δεν έχει εξαφανιστεί τελείως. Είναι όμως πλήρως απαξιωμένος και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει πλέον τις ελίτ. Άλλωστε και ο κομμουνισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου τον υποστήριξαν, δεν αποτελεί πλέον τόσο μεγάλο κίνδυνο για αυτές, μετά την οριστική κατάρρευση του λενινιστικού εγχειρήματος. Τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης, παρόλο που θέλουν για προφανείς ψηφοθηρικούς λόγους να σφετεριστούν τους λίγους νοσταλγούς των καθεστώτων αυτών, έχουν αναγκαστεί να τα αποκηρύξουν, γιατί είναι πλέον τόσο απεχθή στους περισσότερους.
Η δικτατορία του κορονοιού έχει φορέσει το προσωπείο της ηπιότητας και της αταξικότητας και προσπαθεί να δείξει ότι αντιμετωπίζει όλους ανθρώπινα και με τον ίδιο τρόπο. Η πραγματικότητα που κρύβεται κάτω από αυτή τη μεταμφίεση είναι τελείως διαφορετική. Γιατί είναι άλλο πράγμα ο εγκλεισμός σε μία βίλα με κήπο και άλλο σε ένα ημιυπόγειο 50 τετραγωνικών με άλλους 3 μαζί. Το πρόστιμο των 300 ευρώ είναι άλλο για κάποιον που ζει με 600 ευρώ το μήνα (που η δικτατορία με τα μέτρα που επέβαλε φρόντισε να είναι περισσότεροι από ποτέ άλλοτε) και άλλο για κάποιον που έχει οικονομική άνεση. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο αύξησαν τις περιουσίες τους, όταν εκατομμύρια μικροεπιχειρηματίες καταστρέφονταν από τη δικτατορία.
Έτσι πολλοί άνθρωποι που επιμένουν να λειτουργούν αποκλειστικά με τους όρους της αντίθεσης δεξιά/αριστερά δεν μπορούν να αντιληφθούν εύκολα τη φασιστική φύση αυτής της δικτατορίας. Στην πραγματικότητα ο φασισμός δεν είναι ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Οι όροι δεξιά και αριστερά έχουν την καταγωγή τους στη Γαλλική επανάσταση, όπου οι πιο συντηρητικοί κάθονταν στα δεξιά έδρανα της εθνοσυνέλευσης και οι πιο ριζοσπαστικοί στα αριστερά. Ο φασισμός όμως δεν αναγνωρίζει τις αρχές της Γαλλικής επανάστασης (liberté-egalité-fraternité, ελευθερία-ισότητα-αδελφοσύνη), γιατί βασίζεται στο μίσος και στη διχόνοια. Ο φασισμός είναι μία κοινωνική παθολογία που βασίζεται στα ζωώδη ορμέμφυτα (φόβος-βία) και την νάρκωση των ανώτερων λειτουργιών του ανθρώπινου ψυχισμού (κρίση-λογική). Ο μόνος λόγος για τον καταχρηστικό χαρακτηρισμό του ως ακροδεξιά είναι ότι ιστορικά χρησιμοποιήθηκε από τις άρχουσες τάξεις του μεσοπολέμου, για να αντιμετωπίσουν το ανερχόμενο τότε ρεύμα του μαρξιστικολενινιστικού κομμουνισμού, ο οποίος είναι πράγματι αριστερά, γιατί αποδέχεται τις αρχές και τις αξίες της Γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού που προηγήθηκε.
Ο παλιός φασισμός ήταν στην πραγματικότητα μια επιστροφή στο μεσαίωνα, ο νέος όμως φασισμός της ΝΤΠ μας γυρίζει ακόμα πιο παλιά, στον καιρό της δουλείας. Γιατί ο νέος αυτός φασισμός δεν απαιτεί να ελέγξει μόνο τις ιδέες μας αλλά το ίδιο το φυσικό σώμα μας, το οποίο θεωρεί πηγή μόλυνσης (όσο δεν έχει εμβολιστεί), κατά τον ίδιο τρόπο που οι ναζί θεωρούσαν πηγή μόλυνσης τις κατώτερες κατ’ αυτούς φυλές. Και όταν κάποιος ελέγχει το σώμα του άλλου τον έχει κάνει ουσιαστικά δούλο του και τον ελέγχει απόλυτα. Αυτός είναι και ο στόχος της κοινωνικής και πολιτιστικής αλλαγής που επιδιώκει η δικτατορία του κορονοιού.
Αυτό εξηγεί και τη σφοδρή αντίδραση της εκκλησίας (λίγο ως πολύ σε όλο τον κόσμο). Είναι αξιοσημείωτο οτι η αντίδραση αυτή είναι αυθόρμητη και ενστικτώδης, δεν είναι μία αντίδραση που προέρχεται από την κορυφή της ιεραρχίας (όπως ήταν λ.χ. η αντίδραση για την μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες πριν από λίγα χρόνια). Ο ανώτερος κλήρος μάλιστα είναι έτοιμος και για συμβιβασμούς. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ο χριστιανισμός είχε ξεκινήσει ως ένα μαζικό ειρηνικό κίνημα εναντίον της δουλείας [15]. Όταν οι διωγμοί της εξουσίας (επί Διοκλητιανού και Δομητιανού) δεν κατάφεραν να το εξαφανίσουν, οι άρχουσες τάξεις της εποχής βρήκαν ευκολότερο να το προσεταιρισθούν και το έκαναν επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι προκάλεσε το μετασχηματισμό του αρχαίου κόσμου, που θεωρούσε τη δουλεία ως κάτι το φυσικό, και τελικά την κατήργησε. Η αντίδραση λοιπόν στη δουλεία είναι εγγεγραμμένη στη φύση του. Ο χριστιανισμός αναγνωρίζει το αυτεξούσιο του ανθρώπου και η χριστιανική θεολογία βασίζεται στην ελευθερία της βούλησης [16] ενώ ο σημερινός αυτός φασισμός θεωρεί τους ανθρώπους ως μέλη μιας αγέλης για τους οποίους οι «ειδικοί» της εξουσίας έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν.
Το αυγό του φιδιού επωάζεται για μια ακόμα φορά μπροστά στα μάτια μας. Μόνο αν πάψουμε να είμαστε εγκλωβισμένοι στις αντιθέσεις του παρελθόντος και ενεργήσουμε με βάση τις προκλήσεις και της απαιτήσεις του παρόντος θα μπορέσουμε να απαξιώσουμε και αυτόν το φασισμό πριν προκαλέσει καταστροφές, όπως αυτές που προκάλεσε ο προηγούμενος.
Μάιος 2021
Σημειώσεις
1 ο όρος «Νέα Τάξη Πραγμάτων» είναι αρκετά πετυχημένος για να εκφράσει τον νέο αυτό φασισμό γιατί τον διακρίνει από τον παλιό και ταυτόχρονα τον θυμίζει – και ο φασισμός όταν πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «νέα τάξη»
2 ο βοναπαρτισμός, ο σταλινισμός, η πεφωτισμένη δεσποτεία είναι παραδείγματα άλλου είδους δικτατοριών που δεν έχουν σχέση με το φασισμό.
3 το μίσος και ο φόβος είναι συγγενή πάθη – και τα δύο δημιουργούνται όταν πιστεύει κάποιος ότι ο άλλος είναι πηγή κάποιου κακού (η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση του φόβου το κακό είναι στο μέλλον, ενώ στην περίπτωση του μίσους αποδίδεται και πρόθεση στην εικαζόμενη πηγή του κακού).
4 οι πρόσφυγες και οι μετανάστες χρησιμοποιούνται συχνά ως αποδιοπομπαίοι τράγοι και θα μπορούσαν να παίξουν αυτό το ρόλο του «άλλου». Οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι όμως δεν θα μπορούσαν ποτέ να εμπνεύσουν σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού τέτοιο φόβο, ώστε να δικαιολογηθεί ή ανάγκη για μία δικτατορία και την παράδοση των ελευθεριών σε κάποιον ή κάποιους ηγέτες για να μας σώσουν. Επιπλέον συμβάλλουν αποφασιστικά στη χωρική κινητικότητα της εργασίας που (μαζί με τη χωρική κινητικότητα κεφαλαίων και εμπορευμάτων και υπηρεσιών) είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της καπιταλιστικής ορθοδοξίας.
5 λ.χ. Wilhelm Reich, The Mass Psychology of Fascism
6 γι’ αυτό και στις αρχικές φάσεις της δικτατορίας η σύσταση ήταν να μην χρησιμοποιείται μάσκα. Το πόσο γελοία είναι η συσχέτιση της επιβολή της μάσκας με την προστασία της υγείας μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος αν σκεφτεί ότι η δικτατορία επιτρέπει να βγάλει κανείς τη μάσκα για να καπνίσει (δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το κάνει και η δικτατορία δεν τόλμησε να το απαγορεύσει), αλλά το απαγορεύει για να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Είναι άλλωστε γνωστό εδώ και χρόνια ότι η μακροχρόνια χρήση της μάσκας μπορεί να εγκλωβίζει παθογόνα στο αναπνευστικό σύστημα και να προκαλέσει κινδύνους για την υγεία.
7 η χειραψία αποτελεί έκφραση εμπιστοσύνης και αναγνώρισης ισότητας. Ο παραδοσιακός τρόπος χαιρετισμού στην άπω ανατολή αντίθετα είναι η αμοιβαία υπόκλιση όπου αυτός που θεωρείται κατώτερος κάνει βαθύτερη υπόκλιση προς αυτόν που θεωρείται ανώτερος (μαθητής προς δάσκαλο, υφιστάμενος προς προϊστάμενο, νεότερος προς γηραιότερο κλπ). Ο φασισμός προσπαθεί η σχέση με το κέντρο της εξουσίας να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τις διαπροσωπικές σχέσει,ς ώστε και αυτές οι τελευταίες να αποκτούν το χαρακτήρα της συμμετοχής στη φαντασιακή κοινότητα. Στη ναζιστική Γερμανία, που μπορεί να θεωρηθεί και ως το κράτος-πρότυπο του φασισμού, επεβλήθη ο χαιρετισμός προφέροντας το όνομα του δικτάτορα (χάιλ Χίτλερ) αντί το όνομα του συνομιλητή.
8 Η αύξηση του πλούτου τον τελευταίο αιώνα επιτρέπει μια τέτοια δαπάνη. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα έχει ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό σύνταγμα (αρ. 21). Οι άνθρωποι αυτοί που ζουν κυρίως από επιδόματα, σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, δεν παράγουν υπεραξία, αλλά τρέφονται από την υπεραξία των άλλων. Ωστόσο είναι καταδικασμένοι σε μία απλή βιολογική συντήρηση, σε ένα είδος «ζωής» παρόμοιο με αυτό που βιώσαμε κατά τη διάρκεια των εγκλεισμών της φασιστικοϋγειονομικής δικτατορίας.
9 ότι ψηφιοποιείται , μεσομακροπρόθεσμα τουλάχιστον παύει να είναι απόρρητο, όπως έδειξαν πλήθος περιπτώσεων (wikileaks, Snowden, Panama papers κλπ).
10 στην Ελλάδα τις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις ένα ποσοστό που φτάνει μέχρι και το μισό περίπου του εκλογικού σώματος απείχε. Έτσι είναι εφικτός ο σχηματισμός κυβέρνησης με την υποστήριξη 2 εκατομμυρίων ψηφοφόρων επί συνόλου 10 εκατομμυρίων. Αλλά και από αυτά τα 2 εκατομμύρια, αν εξαιρέσουμε αυτούς που προσδοκούν έμμεσα οφέλη από την εξουσία (πελατειασμός), οι περισσότεροι ψηφίζουν το ένα κόμμα επειδή θεωρούν το άλλο είναι πολύ χειρότερο παρόλο που και τα δύο εφαρμόζουν την ίδια ακριβώς πολιτική που εκπορεύεται από αλλού (λ.χ. μνημόνια, συμφωνία Πρεσπών).
11 αυτός είναι ο λόγος που και ο δικτάτορας Παπαδόπουλος χρησιμοποίησε τη μεταφορά του «γύψου» για να δικαιολογήσει το καθεστώς του.
12 μέλη της επιτροπής, στην οποία «κυβέρνηση» και «αντιπολίτευση» έχουν παραδώσει τη διακυβέρνηση της χώρας, ήδη υποθάλπουν το φόβο και το μίσος για τους ανεμβολίαστους – «μην τους κάνετε παρέα»,«οι εμβολιασμοί πρέπει να γίνουν υποχρεωτικοί» κλπ
13 τα οικονομικά («πόθεν έσχες») των μελών της επιτροπής που έχουν τον τελευταίο λόγο για τον τρόπο που θα ζούμε δεν δίνονται στη δημοσιότητα, όπως οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι στην άσκηση της εξουσίας (βουλευτές, υπουργοί, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ). Αντιθέτως θεσμοθετήθηκε και το «ακαταδίωκτο» για τις καταναγκαστικές «συμβουλές» που δίνουν (Ν.4798 αρ.269 ΦΕΚ68Α/2021). Ωστόσο σε ερώτηση που έγινε στη βουλή διαπιστώθηκε πράγματι ότι, τουλάχιστον Τσιόδρας και Σύψας, έχουν εισπράξει σημαντικά ποσά από φαρμακοεταιρείες.
14 βλ. Edward S. Herman and Noam Chomsky, “Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media“
15 η σταύρωση ήταν ποινή που επέβαλαν η Ρωμαίοι στους δούλους. Η σκληρότητα και απανθρωπιά της διοίκησης ήταν αυτά που έκαναν δημοφιλή στους ανθρώπους της εποχής εκείνης το χριστιανισμό που προέβαλε το ιδανικό της «αγάπης» βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Crucifixion
16 Στις ανατολικές θρησκείες (Ινδουισμός, Βουδισμός κλπ) το άτομο είναι ένα απλό στιγμιότυπο σε μια ατελείωτη σειρά μετενσαρκώσεων. Η έννοια του προσώπου και η ευθύνη διαχέεται στο παρελθόν και το μέλλον (κάρμα) και η έννοια του ατόμου δεν είναι σαφώς ορισμένη, όπως στον χριστιανισμό (αλλά και στις υπόλοιπες θρησκείες, αρχαίες και νεότερες της Ευρώπης και της μέσης ανατολής), αλλά εμφανίζεται ως συγκυριακή μερικότητα. Οι πολιτιστικές αυτές αντιλήψεις και το γεγονός ότι στην ιστορία αυτών των λαών (Κίνα, Κορέα, Σιγκαπούρη κλπ) δεν υπήρξε ποτέ δημοκρατία ή δημοκρατικές επαναστάσεις πριν από την επαφή τους με τη «δύση» είναι ένας παράγοντας που συνέβαλε στο να γίνει ανεκτή η δικτατορία του κορονοιού χωρίς μεγάλες αντιδράσεις, ενώ στην Ευρώπη και την Αμερική η κοινωνία διχάστηκε.